Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’

    Μορφὴ ἁγία ὑπῆρξε ὁ ἀείμνηστος γέροντας Ἰάκωβος, φωτεινὸς φάρος τῆς νεότερης πνευματικῆς ζωῆς στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Γέροντας γνήσιος, ἀληθινὸς ὄχι σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ ὑπογραμμίσουμε, ὅτι τὸ πνευματικὸ ἀνέβασμα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία ὀφείλεται σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ στὸ εὐωδιαστὸ ἄνθος τῆς παρουσίας τοῦ γέροντος Ἰακώβου.

    Ὁ π. Ἰάκωβος (Τσαλίκης) γεννήθηκε τὸ 1920 στὸ Λεβίδι τῆς Μ. Ἀσίας (κωμόπολη ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ρόδο) ἀπὸ πτωχοὺς γονεῖς, ἀλλ᾿ εὐλαβεῖς. Μὲ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ ἡ μητέρα του πῆρε τὸν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς καὶ ἦλθε στὴν Ἑλλάδα μὲ τὸν π. Ἰάκωβο μικρὸ παιδὶ μόλις δύο ἐτῶν. Τὸ 1925 ἐγκαθίσταται ὅλη ἡ οἰκογένεια στὸ χωριὸ Φαράκλα τῆς Εὔβοιας ὅπου καὶ μαθαίνει τὰ ἐγκύκλια γράμματα. Ὅλα τὰ χρόνια τῆς παιδικῆς καὶ ἐφηβικῆς του ἡλικίας τὰ διῆλθε ζῶντας πραγματικὰ μία γνήσια χριστιανικὴ ζωή. Τὸ 1952 ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὴ συνέχεια πρεσβύτερος. Στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαυῒδ στὴ Λίμνη Εὐβοίας ἐξελέγη Ἡγούμενος τὸ 1975 καὶ παρέμεινε ἐκεῖ μέχρι τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του στὶς 21 Νοεμβρίου 1991. Ἦταν χαρακτηριστικὸ ὅτι κατὰ τὴν ὥρα τῆς ταφῆς χιλιάδες λαοῦ ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀναφωνοῦσαν τρεῖς λέξεις ὡς λαϊκὴ χορωδία «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος». Αὐτὸ σημαίνει πολλά. Δεν πέρασαν πολλές δεκαετίες καί ἔπειτα ἀπό την τηρηθεῖσα ὑπό τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κανονική τάξη, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀνακήρυξε καί κατέταξε στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τόν γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ ἑορτή του καθορίσθηκε ἡ 22α Νοεμβρίου.

   Ὁ ὃσιος Ἰάκωβος ἁπλοῦς, ταπεινός, γαλήνιος ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς ἀφοσίωσης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διεμόρφωσε χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξει κλῖμα εὐλάβειας καὶ βαθειᾶς εὐσέβειας. Ὅσοι τὸν γνώρισαν βοηθήθηκαν πολὺ στὴν πνευματική τους ζωή. Μὰ καὶ ὅσοι δὲν τὸν γνώρισαν, ἀλλὰ ἄκουσαν γι᾿ αὐτόν, προσκύνησαν στὸν τάφο του καὶ διάβασαν τὸ βίο του, δὲν ἔμειναν ἀδιάφοροι. Ἡ πνευματική του φυσιογνωμία τοὺς ἄγγιξε, τὸ ἦθος του τοὺς δίδαξε, ἡ μορφή του ζέστανε στὶς καρδιές τους.

   Ἡ ζωὴ τοῦ γέροντα ἐκεῖ στὴν Εὔβοια στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, τοῦ ἀγαπημένου του ἁγίου, ἦταν πολὺ ἁπλὴ καὶ μοναδική. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ μοναδικότητα ἔκρυβαν ἕνα μυστήριο. Ἔκρυβαν τὸ ἱερὸ μυστήριο ποὺ βίωνε ὁ γέροντας μὲ τὴν ἁγία του κατὰ πάντα ζωή. Πόσες καὶ πόσες φορὲς δὲν τὸν εἶδαν οἱ πιστοὶ γονατιστὸ μπροστὰ ἢ δίπλα στὴν Ἁγία Τράπεζα, νὰ εἶναι ὅλος δάκρυα, ἐξαγνισμένος καὶ μεταρσιωμένος, ἀφοσιωμένος στὸν Κύριόν του καὶ Θεόν, στὸν Ἠγαπημένο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας! Καὶ ὁ γέροντας ἔμοιαζε μὲ ἐπίγειο ἄγγελο ἢ μὲ οὐράνιο ἄνθρωπο.

  Ἀλλὰ δὲν διακρινόταν μόνον ὡς λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου. Ἦταν ἔξοχος πνευματικὸς πατέρας, κοντὰ στὸν ὁποῖο πολλοὶ ἄνθρωποι οἰκογένειες ὁλόκληρες καὶ μάλιστα νέες οἰκογένειες βρῆκαν πνευματικὴ καθοδήγηση, εἰρήνη στὴν ψυχή τους, λύση στὰ προβλήματά τους, καὶ ἔνοιωσαν ἀληθινὲς στιγμὲς πνευματικῆς ἀναβάσεως. Οἱ παραινέσεις του ἦταν βάλσαμο παρηγορίας, γραμμὴ πλεύσεως, ἠθικὸ στήριγμα, ἀπαλλαγὴ πειρασμῶν, ἐγγύηση ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς. Ἀπὸ παντοῦ, ἐπειδὴ ἦταν τόσο γνωστός, κατέφθαναν στὸ κελί του ἑκατοντάδες ἄνθρωποι, γιὰ νὰ δοῦν τὸν γέροντα, νὰ τοῦ μιλήσουν, νὰ ἐναποθέσουν τὰ προβλήματά τους, ν᾿ ἀνοίξουν τὴν ψυχή τους, νὰ τὸν συμβουλευθοῦν, νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ εὐλογηθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ π. Ἰάκωβος μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ὁ γέροντας ποὺ θήτευσε στὴν ἀδιάκοπη μετὰ δακρύων λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἄδολη καὶ πλούσια διακονία τῶν συνανθρώπων του. Ἡ φράση του «μὲ συγχωρεῖτε» καὶ «ἂν θέλει ὁ ὅσιος Δαβὶδ» ἦταν κάθε λεπτὸ στὰ χείλη του. Τὸ ἤρεμο χαμόγελο στὸ πρόσωπό του. Ἡ ἀγάπη πρὸς ὅλους ἀνεξαιρέτως πηγαία, ἐκφραστική, δημιουργική, προφητική.

  Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν π. Ἰάκωβο, ἀξίζει νὰ παραθέσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ποὺ ἀναφέρεται στὴ χειροτονία του:

  «Στὴ Μονὴ δὲν ὑπῆρχε ἱερέας νὰ λειτουργήσει τακτικά. Ὁ Νικόδημος εἶχε πληροφορήσει τὸ μητροπολίτη Χαλκίδας, τὸν ἀγαθὸ ἐπίσκοπο Γρηγόριο, γιὰ τὸ νέο μοναχὸ καὶ τὶς ἀρετές του καὶ ἀποφασίστηκε νὰ τὸν χειροτονήσουν. Ὁ Ἰάκωβος τ᾿ ἄκουσε μὲ λαχτάρα καὶ φόβο πολύ. Ἡ ψυχή του ἔκλαιγε γιὰ τὴν ἱερωσύνη. Ἔκλαιγε ὅμως καὶ ἀπὸ ἐπιθυμία καὶ ἀπὸ φόβο. Τοῦ᾿ρχότανε ν᾿ ἀγκαλιάσει τὴν ἱερωσύνη καὶ νὰ πεθάνει γι᾿ αὐτήν, μὰ τρόμαζε καὶ τὸν ἔπιανε πανικὸς τώρα ποὺ πλησίαζε ἡ ὥρα.

  Στὶς 17 τοῦ Δεκέμβρη κατέβηκε στὴ Χαλκίδα. Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Μητροπολίτης τὸν χειροτόνησε διάκονο, στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Τὸν κάλεσε ἀποβραδὺς καὶ τοῦ ἐξήγησε:

  –Ἔλα, παιδί μου Ἰάκωβε. Ἐσὺ δὲν ξέρεις πολλὰ γράμματα, εἶσαι ὅμως εὐσεβής, γι᾿ αὐτὸ θὰ σὲ χειροτονήσω…

   Στὶς 19, τὴν ἄλλη μέρα, στὸ παρεκκλήσι τοῦ ἐπισκοπείου, τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν ἱερωσύνη. Μετὰ μίλησε ὁ Γρηγόριος. Μίλησε καὶ εἶπε λόγια περίεργα, γιὰ τοὺς ὁσίους καὶ τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Εἶπε στοὺς λίγους παρισταμένους γιὰ τὶς ἀρετὲς τοῦ νέου ἱερέα, τοῦ Ἰακώβου, ποὺ εἶχε σκυμμένο τὸ κεφάλι. Εἶπε ἀκόμα καὶ στὸν ἴδιον ἔνα λόγο προφητικό.

   –Καὶ σὺ παιδί μου, θ᾿ ἁγιάσεις. Νὰ συνεχίσεις μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ σὲ ἀνακηρύξει ἅγιο ἡ Ἐκκλησία.

    Τὰ φοβερὰ τοῦτα λόγια περάσανε πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια καὶ κανεὶς δὲν φάνηκε νὰ τὰ πρόσεξε. Ὁ γέρο-ἐπίσκοπος Γρηγόριος ὅμως ἤξερε τί ἔλεγε, τί τὸν ἔβαζε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ πεῖ. Ὁ νέος ἱερέας ἔκανε Ἀπόλυση καὶ μοίρασε τὸ ἀντίδωρο. Πρώτη πῆρε ἡ ἀδερφή του Ἀναστασία, ὅπως τὸ εἶχε πεῖ πεθαίνοντας ἡ μητέρα τους. Μετὰ ὁ μητροπολίτης ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰάκωβο νὰ κάνει ἁγιασμὸ στὴν κατοικία του καὶ στὴν κατοικία τῆς ἀδερφῆς του. Ὁ Ἰάκωβος δίσταζε, ντρεπότανε… μὰ ἔκανε ὑπακοὴ καὶ «ἅγιασε» τὸν ἐπίσκοπό του.

  Τὴν ἴδια μέρα πῆρε τὸ δρόμο γιὰ τὴ Μονὴ τῆς μετανοίας του, τὴν ὁποία, παρὰ τὸ χάλι της δὲ θὰ ἐγκαταλείψει ποτέ.

  Μόλις ἐπέστρεψε στὴ Μονή, λειτουργοῦσε κάθε μέρα. Ἔκανε ὅλες τὶς Ἀκολουθίες, Ἑσπερινό, Ἀπόδειπνο, Μεσονυκτικό, Ὄρθρο, Ὧρες, καὶ μετὰ τὴ Λειτουργία… συνήθως μόνο μὲ τὸν ἀγαθὸ Εὐθύμιο. Ἡ Λειτουργία μόνο τὶς καθημερινές, τουλάχιστον τρεῖς-τέσσερις φορὲς τὴν ἑβδομάδα. Γιατὶ τὶς Κυριακὲς εἶχε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν μητροπολίτη νὰ λειτουργεῖ στὰ χωριουδάκια Δαμνιά, Παληοχώρι, Καλαμούδι καὶ Δρυμώνα».

  Δύο περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ π. Ἰακώβου παραθέτουμε ἀκόμη ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἀειμνήστου πρωτοπρεσβυτέρου π. Δημητρίου Τζούμα, Ἀρεοπαγίτου ἐ.τ. καὶ πνευματικοῦ τέκνου τοῦ γέροντος:

  «Κάποιο ἀπόγευμα, τὸν ἐπεσκέφθη στὴν Μονὴ ἕνας χωρικὸς τῆς περιοχῆς, μεγάλης ἡλικίας, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Ἔμαθες τὰ νέα Γέροντα; Ποιά νέα βρέ; Δὲν ἔμαθες ὅτι κόψανε τὶς ἐλιὲς ἀπὸ τὸ κτῆμα τῆς Μονῆς στὸ γυαλὸ καὶ κάνανε καμίνι; Καὶ ρίξανε πάνω στοὺς κομμένους κορμοὺς χῶμα γιὰ νὰ μὴν φαίνονται. Ὄχι δὲν ἔμαθα, ἀλλὰ ποιός τὶς ἔκοψε; Ξεύρω κι ἐγὼ Γέροντα, ρώτησε στὸ χωριὸ νὰ μάθεις».

   Στενοχωρήθηκα πολύ, κύριε Δημήτρη μου, καὶ δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω· καλόγερος ἄνθρωπος νὰ τρέχω στὶς ἀστυνομίες καὶ τὰ ἀγρονομεῖα, νὰ κάνω μηνύσεις καὶ δικαστήρια. Εἶναι αὐτὰ πράγματα γιὰ μένα; Πάνω στὴν ἀπελπισία μου σκέφθηκα τὸν Ὅσιο Δαβίδ, ἱδρυτὴ καὶ προστάτη τῆς Μονῆς. Ἔτρεξα στὴν ἐκκλησιὰ καὶ μπροστὰ στὴν εἰκόνα του, ὅπως ἤμουν ταραγμένος, τοῦ εἶπα τὰ ἑξῆς λόγια: Ἄκουσε, Ὅσιε Δαβίδ· ὅπως ξεύρεις, ἐγὼ οὔτε σπίτι ἔχω, οὔτε οἰκογένεια, οὔτε κτήματα. Ὅσα εἶχα τὰ χάρισα σὲ συγγενεῖς καὶ φίλους· ἄφησα τὰ πάντα καὶ ἦρθα ἐδῶ νὰ Σὲ ὑπηρετήσω καὶ Σὲ ὑπηρετῶ μὲ δοκιμασίες, στερήσεις καὶ χίλιους πειρασμοὺς καὶ προβλήματα, τὰ ξεύρεις… Ἄκουσε λοιπόν. Σὲ παρακαλῶ, αὐτὸν ποὺ ἔκοψε τὶς ἐλιὲς ἀπὸ τὸ κτῆμα σου, νὰ μοῦ τὸν φέρεις ἐδῶ, σὲ 24 ὧρες τὸ ἀργότερο. Διαφορετικὰ οὔτε καντήλι θὰ Σοῦ ἀνάψω, οὔτε θὰ Σὲ λιβανίσω. Ἄκουσες; Καὶ σηκώθηκα καὶ ἔφυγα πολὺ στενοχωρημένος. Τί ἄλλο μποροῦσα νὰ κάνω;

  Τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ ἀπόγευμα καὶ ἐνῶ ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὸν Ἑσπερινό, εὑρισκόμενος ἔξω ἀπὸ τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς, 20 περίπου μέτρα μακρυά, βλέπω νὰ μπαίνει, ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ πόρτα, στὴν αὐλή, ἕνας ἡλικιωμένος ἄνθρωπος, ἀγρότης, κακοντυμένος, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ κεφάλι κάτω, βλέποντας πρὸς τὸ ἔδαφος, ἐρχόταν πρὸς ἐμένα. Ἐγώ, μόλις τὸν εἶδα, ἀμέσως εἶπα μέσα μου: Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔκοψε τὶς ἐλιὲς ἀπὸ τὸ κτῆμα τῆς Μονῆς καὶ ὁ Ὅσιος Δαβὶδ μοῦ τὸν ἔφερε, πρὶν περάσουν 24 ὧρες, ὅπως τοῦ τὸ εἶπα.

  Ὅταν μὲ πλησίασε, μοῦ λέγει: Πατέρα Ἰάκωβε, θέλω νὰ σοῦ μιλήσω καὶ νὰ σοῦ πῶ κάτι. Τί νὰ μοῦ πεῖς βρέ; Νά, πὼς ἐγὼ ἔκοψα τὶς ἐλιὲς ἀπὸ τὸ κτῆμα τῆς Μονῆς στὸ γυαλό. Καὶ γιατί τὶς ἔκοψες βρέ; Εἶναι σωστὸ νὰ κόβομε τὰ δένδρα ἀπὸ τὰ ξένα κτήματα; Ἔχει δίκιο πατέρα Ἰάκωβε, δὲν εἶναι σωστό, ἀλλὰ τί νὰ κάνω; Εἶχα μεγάλη ἀνάγκη γιὰ τὰ παιδιά μου. Ἐσὺ εἶσαι ἅγιος ἄνθρωπος· τί; Θὰ μὲ πᾶς στὸ Ἀγρονομεῖο καὶ τὴν Ἀστυνομία φαμελίτη ἄνθρωπο; Θὰ μὲ πᾶς στὰ Δικαστήρια; Ὄχι, ἐγὼ δὲν θὰ σὲ πάω στὴν Ἀστυνομία καὶ τὰ Δικαστήρια, ὅμως ὁ Ἀγρονόμος τῆς Λίμνης, ποὺ ἔμαθε τὸ γεγονός, κάνει ἀνακρίσεις. Μπορῶ ἐγὼ νὰ τὸν σταματήσω, ἀφοῦ ἐνήργησε μόνος του ἀπὸ ὑπηρεσιακὸ καθῆκον (αὐτεπαγγέλτως); Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν σταματήσεις, μπορεῖς ὅμως νὰ μὲ βοηθήσεις, ὄχι ἐμένα, τὰ 5 ἀνήλικα. Μετὰ 3 μῆνες ἔγινε τὸ Δικαστήριο στὸ Ἀγρονομεῖο τῆς Λίμνης, γιὰ ἀγροτικὴ φθορά. Πρῶτος καὶ μόνος μάρτυς ἐξητάσθη ὁ π. Ἰάκωβος μὲ διαβεβαίωση τῆς ἱερωσύνης του. Ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἐπιβαρυντικὸ κατέθεσε διὰ τὸν κατηγορούμενο. Αὐτός, ὅμως, ὡμολόγησε τὴν πράξη του καὶ ἐζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν π. Ἰάκωβο. Τὸ δὲ Δικαστήριο τὸν κατεδίκασε σὲ χρηματικὸ πρόστιμο 300 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, ἀθορύβως καὶ μὲ διάκριση, κατέβαλε ὁ π. Ἰάκωβος. Ἔτσι ἀπέφυγαν ὁ κατηγορούμενος τὸν ἐγκλεισμό του στὴ φυλακή, διότι δὲν εἶχε χρήματα νὰ πληρώσει τὸ πρόστιμο καὶ τὰ 5 ἀνήλικα τὴν στέρηση τῆς προστασίας τοῦ πατέρα τους».

  —«Ἄλλοτε πάλι ἡ πάθηση τοῦ στομάχου τοῦ π. Ἰακώβου ἦταν σὲ ἔξαρση. Καὶ οἱ γιατροὶ τοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου Χαλκίδος τοῦ συνέστησαν νὰ κάνει ἐγχείρηση.

   -Ποὺ λὲς κ. Δημήτρη μου Κυριακὴ ἀπόγευμα ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶ στὸ Νοσοκομεῖο. Ἂς εἶναι καλὰ οἱ πατέρες· ἑτοίμασαν τὴ βαλίτσα κι ἔβαλαν μέσα τὰ ρουχαλάκια μου. Πρὶν ἀναχωρήσω, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποχαιρετήσω καὶ τὸν Ὅσιο Δαβίδ; Πῆγα λοιπὸν στὴν ἐκκλησία, στὴν εἰκόνα του στὸ τέμπλο καὶ τοῦ λέγω: «Γέροντα τὴν εὐλογία σου. Ξεύρεις πηγαίνω γιὰ ἐγχείρηση στομάχου στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Χαλκίδος. Καλοὶ καὶ ἄξιοι, ὅπως λένε, οἱ ἰατροὶ-χειροῦργοι τοῦ Νοσοκομείου τῆς Χαλκίδος, ἀλλὰ εἶναι ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ Σὲ παρακαλῶ νἄρθεις κι ἐσὺ νὰ παραστεῖς στὴν ἐγχείρηση, νὰ μὲ βοηθήσεις. Ἀλλὰ ἄκουσε, δὲν θἄρθεις μόνος. Θὰ περάσεις νὰ πάρεις καὶ τὸν ἄλλον ἀπὸ τὸ Προκόπι· καταλαβαίνεις ποῖον ἐννοῶ, τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Ρῶσσο, νἀρθεῖτε κι οἱ δύο στὸ νοσοκομεῖο κατὰ τὴν ἐγχείρηση». Ἔκανα τὸ σταυρό μου, ἀσπάσθηκα τὶς εἰκόνες κι ἔφυγα.

  Μπῆκα στὸ Νοσοκομεῖο Κυριακὴ βράδυ καὶ τὴν μεθεπομένη ἔγινε ἡ ἐγχείρηση, ἀπὸ ὁμάδα ἰατρῶν, ἀναισθησιολόγων, νοσοκόμων, ἀφοῦ προηγουμένως μὲ ὕπνωσαν. Πόση ὥρα κράτησε ἡ ἐγχείρηση δὲν γνωρίζω. Μοῦ εἶπαν ὧρες. Ὅταν συνῆλθα βρέθηκα στὸ δωμάτιό μου καὶ τριγύρω γιατροί, νοσοκόμοι καὶ 2 μοναχοὶ ἀπὸ τὸν Ὅσιο Δαβίδ. Συζητοῦσαν, ἔλεγαν ἀστεῖα καὶ γελοῦσαν, προφανῶς γιὰ νὰ μοῦ δημιουργήσουν καλὴ διάθεση. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ βλέπω στὴν Ν.Δ. γωνία τοῦ δωματίου μου δύο ρασοφόρους-μοναχούς, ὑψηλοὺς μὲ ὁλοκαίνουργια ράσα, ἄσπρα γένεια καὶ χαμογελαστούς. Κατάλαβα ἀμέσως πὼς ἦταν ὁ Ὅσιος Δαβὶδ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος, ποὺ τοὺς εἶχα παρακαλέσει. Ὁπότε λέγω στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς ἰατρούς· παρακαλῶ μὴ γελᾶτε· δὲν βλέπετε τοὺς Ἁγίους στὴν γωνία; Γύρισαν, ἀλλὰ δὲν εἶδαν κανένα. Αὐτὰ δὲν τὰ βλέπουν ὅλοι. Προφανῶς εἶπαν «ὁ π. Ἰάκωβος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ναρκώσεως φαντάζεται ἁγίους». Ἀλλὰ ἐγὼ ἤξερα καλὰ καὶ τί ἔβλεπα καὶ τί ἔλεγα».

  Ἀπ’αὐτὴ τὴν ἁγία μορφὴ σαγηνεύτηκαν ἄνθρωποι καὶ ἄνθρωποι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, μορφωμένοι καὶ ὀλιγογράμματοι, ἐπιστήμονες, δικαστὲς καὶ ἁπλοὶ βιοπαλαιστές. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ἦταν ὁ ἄξιος ποιμένας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Στὴ σύγχρονη κοινωνία μας μόνο τέτοιες ἅγιες μορφὲς μποροῦν νὰ σπάσουν τὴν πλαστὴ διαμόρφωση τῆς ζωῆς καὶ μόνο γέροντες προφητικοί, ὅπως ὁ γέροντας τῆς Εὔβοιας, μποροῦν νὰ δώσουν τὸ ἄλλο πνευματικὸ μέγεθος τῆς γνήσιας ζωῆς.

Σχεδιασμός-Ανάπτυξη ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ